2004 / Domestic Alien







Κωστής Βελώνης, κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης Domestic Alien, Γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, 2004

(Απόσπασμα)

Στις αρχές του 20 αιώνα, η εμφάνιση των πρωτοποριακών κινημάτων συνοδεύεται με τη σταδιακή κρίση της εσωστρεφής ταυτότητας του καλλιτέχνη που συνήθως εξιδανικευόταν με την απομόνωση στο εργαστήριο του. Την ίδια εποχή, είδαμε να αναπτύσσεται η ανάγκη για την αναβάθμιση του ρόλου του στρατευμένου διανοούμενου που αναζητά στο public forum των αστικοποιημένων κέντρων την δικαίωση των κοινωνικών οραμάτων του. Εν συντομία μια φυγή από τον ιδιωτικό προς τον πολιτικό χώρο του άστεως. Αυτή λοιπόν η μετατόπιση προς την "ανοικτή" συνθήκη μιας κοινωνίας που απαιτεί περισσότερο διάλογο και επικοινωνία, ανανέωσε η περιόρισε αντίστοιχα παραδοσιακούς αισθητικούς όρους και επέφερε αλλαγές στην αντίληψη του προσδιορισμού της κατοικίας. Στις μέρες μας, η επίδραση της πολιτικοποιημένης τέχνης έντονη σε κάθε διεθνή θεσμό, επαναφέρει στο προσκήνιο παρόμοια ζητήματα που αν και διαφέρουν όσον αφορά την τεχνική και τη θεματολογία συγκλίνουν λίγο πολύ ιδεολογικά σε μια στρατευμένη θεώρηση της τέχνης.

Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι η διαπραγμάτευση με τον εξωτερικό κόσμο σπανίως ανταποκρίνεται στα οράματα που είχαν παλιότερα διεκδικηθεί. Μέσα από μια γενικευμένη εικόνα απογοήτευσης, παλιότερες συλλογικές διεκδικήσεις που αντιτίθενται απέναντι στην ορθολογική μεταχείριση του δημόσιου βίου και στη διαρκή συρρίκνωση του χώρου του άστεως (βλέπε τις ανατρεπτικές "περιπλανήσεις" των σουρεαλιστών και αργότερα των καταστασιακων), φαίνεται αδύνατον να επαναχρησιμοποιηθούν, ενώ κάθε μορφή οργανωμένης αντίστασης (διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες ), μας δίνει περισσότερο την αίσθηση της συμμετοχής σε μια φολκλορική συνεύρεση κοινωνικού χαρακτήρα. Πρακτικά, αυτό που γίνεται αισθητό, είναι μια συνειδητή αποχή από τον πολιτικό χώρο του άστεως προς μια εξατομικευμένη συνθήκη φυγής στο προσωπικό χώρο, η στην καλύτερη περίπτωση, στον εξιδανικευμένο υπαίθριο προ-αστιακό χώρο τα Σαββατοκύριακα. Η αποστροφή σε μια πολιτεία που αποτελεί πηγή αυξανόμενων προβλημάτων, αναγκαστικά φέρει το ζήτημα της επιστροφής του πολίτη στην προστατευτική εστία του σπιτιού του. Ζούμε τη περίοδο όπου η «λατρεία του νοικοκυριού» επανέρχεται ύστερα από μια μακρόχρονη περίοδο περιφρόνησης την ίδια στιγμή που είμαστε ενήμεροι και ανήσυχοι για ότι μπορεί να απασχολει το δημόσιο κοινό βίο. Όμως η αναφορά στην οικία σήμερα συνοδεύεται με την αναίρεση του μοντέλου της πολυμελής οικογένειας και των αντίστοιχων προσαρμογών του σπιτιού σε αυτές τις ανάγκες. Σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι απουσιάζει το «πλήθος» μέσα στο σπίτι ενώ παράλληλα είναι αισθητή η νοσταλγία της οικογενειακής σπιτικής απομόνωσης.

...Στην παρούσα έκθεση οι εικαστικοί επαναφέρουν ζητήματα του κατοικείν μέσα από σύγχρονες και αντιφατικές αναζητήσεις ταυτότητας διερευνώντας τα όρια του σπιτικού και του ανοίκειου. Κοιτάζοντας προσεκτικότερα τα έργα, με ευκολία μπορούμε να διαπιστώσουμε την αναίρεση των στοιχείων που περιγράφονται στο διάσημο collage του Richard Ηamilton "Τι, τέλος πάντων, κάνει τα σημερινά σπίτια τόσο διαφορετικά, τόσο ελκυστικά;". Η σαρκαστική εξιδανίκευση του διαμερίσματος που περιβάλλεται από καταναλωτικά αγαθά και επικοινωνιακά μέσα πόσο μπορεί να φαντάζει ελκυστική στις μέρες του "Μεγάλου Αδελφού"? Οι εικαστικοί καλούνται λοιπόν ναπαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα μέσα από τη διπλή για κάποιους ταυτότητας της παράλληλης σχέσης τους με την αρχιτεκτονική πρακτική η θεωρία.

...Στο ζωγραφικό έργο του Γ. Καζάζη η οικιακή υπεροχή του δημοφιλούς σπιτιού με τους καταρράκτες του Kaufman που φέρει την αρχιτεκτονική υπογραφή του Wright αντιπαρατίθεται με το ανέκφραστο ξαπλωμένο σώμα μιας γυναίκας έξω από τα προστατευτικά όρια της οικίας. Η απομονωτική αυταρέσκεια του διάσημου σπιτιού αντιπαρατίθεται με την παθογενή ατμόσφαιρα του δημόσιου βίου. Κατά κάποιον τρόπο και στις δυο περιπτώσεις μοιάζει η μια να αποτελεί προϋπόθεση της άλλης...

...Αυτή η έκθεση φιλοδοξεί αν όχι να καλύψει να δρομολογήσει την ανάγκη για έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ιδιώτη με ζητήματα που αφορούν το χώρο του κατοικείν. Ο ιδιωτικός χώρος αποτελεί κρίσιμο σημείο αντιπαλότητας αλλά και συμφιλίωσης ψυχολογικών και ιδεολογικών δεδομένων των οποίων η πολυσημειακη τους ταυτότητα παίρνει αποστάσεις από τις στρατευμένες τάσεις της εποχής.
Σε μια εποχή που η λυσσαλέα επιδρομή του lifestyle ερμηνεύει κάθε ψυχολογική διάθεση ως καπρίτσιο, οι προτάσεις των συμμετεχόντων εικαστικών και αρχιτεκτόνων προσπερνούν τη κυριαρχία του "μεντιατικού" τοπίου μέσα από τη θεώρηση ενός μικρόκοσμου που αρνείται την θριαμβολογία των εντυπώσεων και επιστρέφει στην οικεία «ασημαντότητα» του προσωπικού χώρου, χωρίς όμως να διεκδικεί κάποια ιδεολογική απόσταση από το δημόσιο βίο. Ακόμα και η ολοκληρωτική απομόνωση από το εξωτερικό περιβάλλον θα δήλωνε πόσο η πραγματικότητα της πόλης έχει επηρεάσει τη σύλληψη του ιδιωτικού χώρου. Μ' ένα αντίστροφο τρόπο από την λογική του Benjamin, ο σημερινός flaneur δεν ανάγει την πόλη ως την επέκταση του σπιτιού του αλλά πολύ περισσότερο ψάχνει απεγνωσμένα να βρει εκείνους τους τόπους όπου η βουή της διασπάται, αν όχι στην απομακρυσμένη ύπαιθρο, στην ίδια τη πόλη. Με τον ένα η με τον άλλο τρόπο η κατοικία ποτέ δεν ήταν τόσο εκτεθειμένη σε επεμβάσεις και παρεμβολές και ίσως ποτέ άλλοτε όσο και αν ακούγεται παράδοξο η ανάγκη για απομόνωση δεν ισοδυναμούσε με μια υγιέστερη συνθήκη επανασύνδεσης με το δημόσιο χώρο.

Hilde Aagaard, Δήμητρα Βάμιαλη, Κωστής Βελώνης, Νάγια Γιακουμάκη, Τζίμης Ευθυμίου, Μάρθα Δημητροπούλου, Δημήτρης Ιωάννου, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Γιώργος Καζάζης, Ελένη Καμμά, Σοφία Καραγιαννάκη, Ανδρέας Λυμπεράτος, DeAnna Maganias, Κώστας Μπασσάνος, Αλίκη Παλάσκα, Σπύρος Παπαδόπουλος, Τερέζα Παπαμιχάλη, Άρτεμις Ποταμιάνου, Γεωργία Σαγρή, Δημήτρης Φουτρής.

Kostis Velonis, text for the catalogue of the exhibition "Domestic Alien", Ileana Tounta Gallery, 2004

(Extract)

The appearance of avant-guard movements in the early 20th century is connected with a gradual crisis of the artist's introverted identity, often idealized within the seclusion of a studio. In the same period, there was a developing need to upgrade the role of politically aligned intellectuals who seek to fulfill their social visions in the public forum of urbanized centers. It is, in short, an escape from a private to a political urban space. This displacement towards an "open" condition of a society that demands more dialogue and communication, has respectively renewed or limited traditional aesthetic terms, and has brought on changes in the way we define residence. Nowadays, the strong influence of politically aware art in every international institution, is bringing back in the spotlight similar issues, which although different in terms of technique and theme, from the ideas point of view, they more or less converge on committed art.

Negotiating with the external world, though, rarely corresponds with visions claimed in the past. Within an overall picture of disappointment, earlier collective claims, opposing to a rational view of public life and to the continuous shrinking of urban space (see the subversive "wanderings" of the surrealists and the situationists) seem impossible to restore, while all forms of organized resistance (demonstrations, protests), generate rather the impression of participating in a folklore gathering of social character. In practice, what we perceive is a conscious abstinence from urban surroundings towards an individualized escape to personal space, or at best, towards an idealized open suburban space at weekends. The repulsion for a state as a source of increasing problems inevitably brings out the issue of the citizen's return to their protective home. We are living the comeback of "the worship of household" after a long period of scorn, while at the same time we are informed and preoccupied with what may concern public common life. But any reference to home today is connected with a rejection of the large family model and the respective adjustments of the residence to those needs. Today there is an evident absence of "crowd" in the house, along with nostalgia for family and domestic seclusion.

In this exhibition artists recall issues of residing within contemporary and conflicting pursuits of identity, exploring the boundaries of the familiar and the unfamiliar. A closer look at the works on display reveals a rejection of certain elements in Richard Hamilton's famous collage Just what is it that makes today's homes so different, so appealing? How can the sarcastic idealization of an apartment filled with consumer goods and means of communication, seem appealing in the days of the "Big Brother"? The artists are called to respond to these questions, also through a parallel -for some of them- relationship with architectural theory or practice.

...In George Kazazi's painting the domestic supremacy of Kauffmann's popular Fallingwater, which bears Frank Lloyd Wright's signature is juxtaposed with an expressionless reclining female body outside the protective borders of home. The alienating self-complacency of the famous house is in contrast with the pathogenic atmosphere of public life. In a way, it seems like one state is a precondition for the other...

...This exhibition aims if not to cover, at least to establish the need to redefine the person's relationship with issues related to dwelling place. Private space is a critical point of controversy and reconciliation of psychological and ideological facts, whose multifaceted identity distances itself from today's trends. In a time where the fierce invasion of lifestyle explains every psychological disposition as a caprice, the participating artists' and architects' proposals by-pass the domination of the Media space, through a micro-cosmos which denies the exultations of impressions. Thus, it returns to the familiar unimportance of personal space, without claiming an ideological distance from public life. Even total alienation from exterior surroundings would denote how the reality of a city has influenced the concept of private space. In a way opposite from Benjamin's logic, today's flaneur does not reduce the city to an extension of his home, but is much rather seeking desperately to find those places where the city hubbub is dispersed within its own boundaries, if not in the distant outdoors. In any case, residence has never been so exposed to interventions and interferences and -paradoxically enough- never before perhaps has the need for alienation equaled to a healthier reconciliation with public space. Participating Artists:

Hilde Aagaard, Dimitra Vamiali, Kostis Velonis, Nayia Yiakoumaki, Jimis Euthymiou, Martha Dimitropoulou, Dimitris Ioannou, Yiannis Theodoropoulos, George Kazazis, Eleni Kamma, Sofia Karagiannaki, Andreas Lyberatos, DeAnna Maganias, Kostas Bassanos, Aliki Palaska, Spyros Papadopoulos, Tereza Papamichali, Artemis Potamianou, Georgia Sagri, Dimitris Foutris.


2001 / Ελληνομουσείον



Μάνος Στεφανίδης, Ελληνομουσείον - Έξι αιώνες Ελληνική Ζωγραφική (Τόμος Β') Εκδόσεις 'ΜΙΛΗΤΟΣ' 2001



(Απόσπασμα)

(σελ. 570)... Η όλη του έρευνα διακρίνεται για την πρωτοτυπία και το υποψιασμένο χιούμορ της, όπως επίσης και για τη βούλησή της να ανατρέψει ή -έστω- να αμφισβητήσει τους καθιερωμένους κώδικες οπτικής συμπεριφοράς. Ο Καζάζης όπως εξ' άλλου και ο Γ. Ηλιάδης και ο Γ. Χαρβαλιάς, εξελίσσει ένα εικονογραφημένο ιδίωμα που ενσωματώνει εννοιολογικούς προσανατολισμούς. Παίρνει εικόνες από περιοδικά και από το internet, τις επεξεργάζεται, τις προβάλλει μέσω υπολογιστή και τις αποτυπώνει σε λείες ακρυλικές επιφάνειες. Τα σταθερά θέματά του έχουν να κάνουν με διακοσμητικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα (patterns), τα οποία σχετίζονται τόσο με τη λαϊκή τέχνη της ανατολής όσο και με τις εικόνες των computers ή τα video games. Η προφανής κατασκευαστικότητα των συνθέσεών του συνιστά και το χιούμορ που υπαινίσσεται παραπάνω. Τα μοτίβα που χρησιμοποιεί οργανώνονται εραλδικά, επαναλαμβάνονται και καταλήγουν σε κυκλοτερείς διατάξεις. Η αντιπαράθεση των έντονων χρωμάτων καθιστά τους πίνακές του σημαίες μιας ζωγραφικής μετά την pop art και λίγο πριν την επικράτηση της ηλεκτρονικής εικόνας. Το ενδιαφέρον στοιχείο και του Καζάζη και των ομοϊδεατών του καλλιτεχνών είναι ότι επιχειρούν να κατασκευάσουν μιαν εικόνα αποστασιοποιημένη και «μηχανική» με διαδικασία ακραιφνής χειρωνακτική. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό εκφράζει ανάγλυφα το βαθύτερο βίωμα της νεοελληνικής κουλτούρας, η οποία παρ' ότι ζει στην πλημμυρίδα της τεχνολογίας, επιμένει στη χειροποίητη κατασκευή των καλλιτεχνικών προϊόντων.

(σελ. 622)...Ας γυρίσουμε όμως στην ταξινόμηση του Edward Lucie-Smith και του έγκυρου -όσο και ψυχαγωγικού- Art Today, εκδ. Phaidon, του 1996. Στο κεφάλαιο «Μετά την Pop Art» θα τοποθετούσαμε ασφαλώς τον Νίκο ή τον Παύλο ή τη Ρωμανού ή τον Ακριθάκη -χωρίς επ' ουδενί ν' αμφισβητούμε την ατομική τους ιδιαιτερότητα- αλλά και τον Αϊδίνη ή τον Καζάζη...
Manos Stefanidis, Ellinomouseion - Six centuries of Greek Painting (Vol. II) 'Militos' Publications, 2001



(Extract)

(p. 570) ... Overall his research stands out for its originality and keen sense of humour, as well as for its determination to subvert -or at least underminethe established codes of visual behaviour. Kazazis - just as G. Iliadis and G. Harvalias- develops an illustrated idiom with its own conceptual orientations. Kazazis takes pictures from magazines and the internet, computer-processes them and prints them on smooth acrylic surfaces. His standard themes are about repetitive decorative patterns associated both with the popular art of the East and with the imagery of computers or video games. The sense of humour we mentioned above lies in the manifestly "constructe" character of his compositions. The motifs he employs are heraldically organised and repeated to form circular patters. The contrast between strong colours turns his works into emblems of a painting after pop art and shortly before the domination of the electronic image. The interesting element, both in Kazazis and his likeminded colleagues, is their attempt to make a distanced and "mechanical" image through a thoroughly manual process. This element is more generally a deeper trait of modern Greek culture which, despite the influx of technology, insists on the manual production of its artistic products.


(p. 622) ...But let us go back to the classification by Edward Lucie-Smith and to the authoritative -as well as entertaining- Art Today (Phaidon, 1996). In the chapter "After Pop Art" we would certainly include Nikos or Pavlos or Romanou or Akrithakis - without in any way questioning their individualitybut also Aidinis or Kazazis...

2001 / Kaleidoscope world




Μαρίνα Φωκίδη, Kaleidoscope world, Εφημερίδα Επενδυτής / Symbol, 23 Ιουνίου 2001




Από το 1980 και μετά, το ελαφρύ σε ιδεολογία -κατά το ελαφρύ σε λιπαρά- lifestyle είναι ο επικρατέστερος τρόπος ζωης του σύγχρονου πολίτη. Όπως ήταν φυσικό, η τέχνη και όλη η υποδομή της αντικατόπτριζε αυτήν τη διάθεση, με κύριο εκπρόσωπο της τον Jeff Koons, ο οποίος είναι καταδικασμένος να θεωρείται το σύμβολο όλης της ελαφρότητας της δεκαετίας του 1980. Του ασύστολου καταναλωτισμού της ρηχότητας, του υλισμού, της εμπορευματοποίησης των πάντων! Μερικά χρόνια αργότερα οι μεγάλοι πολύχρωμοι πίνακες του Γιώργου Καζάζη αποτελούν την τοπιογραφία των σύγχρονων τάσεων του σημερινού lifestyle, ασκώντας κριτική στη διαρκή ανανέωση των στιλ, στη διαμόρφωση των καινούριων αναγκών και το κυνήγι του "νέου". Διακοσμητικα μοτιβα και χρώματα από το χώρο της μόδας παρουσιάζονται σε συνδυασμό με τα πιο καινούρια και καλοσχεδιασμένα τεχνολογικά αντικείμενα, δημιουργώντας εικόνες που παραπέμπουν στη τελειότητα της διαφήμισης. Οι επιφάνειες, η γραμμή και η θεματολογία, όλα μοιάζουν να συντελούν στη γέννηση ανάμεικτων συναισθημάτων στο θεατή ο οποίος, μπροστά σε αυτούς τους πίνακες, είναι φυσικό να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη επιθυμία να αποκτήσει τα αντικείμενα που βλέπει και στη πικρή γεύση της ανούσιας κατανάλωσης. Σε αντίθεση με το Μίλτο Μανετα, ο οποίος πρότεινε για πρώτη φορά τα τεχνολογικά αντικείμενα, ως σύγχρονες νεκρές φύσεις προκειμένου να σηματοδοτήσει την εξάπλωση της τεχνολογίας στη καθημερινότητα, ο Γιώργος Καζάζης δεν μοιάζει να τα χρησιμοποιεί για να επισημάνει πρόοδο. Σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογία είναι απόλυτα συνυφασμενη με την καθημερινή ζωή, ο Καζάζης φαίνεται να χρησιμοποιεί αυτά τα αντικείμενα, τα οποία μάλιστα δανείζεται απευθείας από περιοδικά και από το Internet, σε συνδυασμό με ανθισμένα ολόφρεσκα μοτιβα για να επισημάνει την πλάνη των διαφημίσεων, η οποία είναι τόσο τέλεια ώστε δυστυχώς σχεδόν πάντα καταφέρνει να κάμψει την αντίσταση μας.
Marina Fokidis, Kaleidoscope world, Ependitis / Symbol newspaper, 23 June 2001




Since 1980 the "low-ideology" -as in "low-fat"- lifestyle is the most prevalent way of living for today's citizens. Naturally, art and its entire system reflected this mood as typified by Jeff Koons, who is forever condemned to be seen as the symbol of the overall levity of the 1980s, with its boundless consumerism, its shallowness, its materialism and the commercialization of everything! A few years later the large colorful paintings of George Kazazis document the current trends of the contemporary lifestyle and criticize the constantly renewed styles, the emergence of new needs and the pursuit of the "new". Decorative motifs and colors from the world of fashion are combined with the latest and best-designed technological objects to create images which reflect the perfection found in adverts. The surfaces, the lines, the themes - everything seems to generate mixed feelings in the viewer who, before these paintings, is naturally torn between the uncontrollable desire to acquire these objects and the sour taste of mindless consumption. In contrast with Miltos Manetas, who was the first to promote technological objects as contemporary still lifes in order to point to the ingress of technology into everyday life, George Kazazis does not seem to be using them to signify progress. In an age when technology is an integral part of daily life, Kazazis seems to employ these objects, which he takes directly from magazines and the Internet, in combination with fresh flowery motifs to denounce the deceit of advertising, which is so perfect as to manage -almost always, unfortunately- to overcome our defenses.

2000 / Athenaeum Intercontinental Hotel



Κατερίνα Γρέγου, Συλλογή Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης του Ξενοδοχείου Athenaeum Intercontinental


(Απόσπασμα)

...Η διαμάχη γύρω από τη γλώσσα της ζωγραφικής, τον επαναπροσδιορισμό της και την επανεξέταση των δυνατοτήτων της αφαίρεσης στη ζωγραφική είναι ένα άλλο κυρίαρχο ζήτημα στη δουλειά αρκετών καλλιτεχνών της συλλογής. Ζητήθηκε από τρεις ζωγράφους - την Ελένη Χριστοδούλου, τον Γιώργο Καζάζη και την Άννα Μαθιού - να δημιουργήσουν έργα σχετικά με το θέμα αυτό για την πρόσφατα ανακαινισμένη αίθουσα δεξιώσεων. Το έργο τους καταπιάνεται με την αναζήτηση νέων στρατηγικών και αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες συζητήσεις για τη ζωγραφική και τις μεταβαλλόμενες αισθητικές αξίες της...

...Οι πίνακες του Γιώργου Καζάζη προβάλλουν τους προβληματισμούς του σχετικά με τη διάταξη, τη διακόσμηση και το ντιζάιν. Ο συνδυασμός αφαίρεσης και παραστατικότητας και η επίπεδη γραφιστική και ιδιαίτερα στυλιζαρισμένη γραφή αντλεί από ποικίλες πηγές της ποπ κουλτούρας όπως τα περιοδικά και τη διαφήμιση για να παραπέμψει στους μηχανισμούς αποπλάνησης της εικόνας στα μίντια...
Katerina Gregos, The Hotel Athenaeum Intercontinental Collection of Contemporary Greek Art, 2000


(Extract)

...The debate surrounding the language of painting, it's redefinition, and the re-examination of the possibilities of abstraction in painting are some other predominant concerns in the work of a number of artists. Three painters, Eleni Christodoulou, George Kazazis and Ana Mathiou were asked to create works based on these issues in the newly refurbished ballroom. Their work is concerned with seeking new strategies appropriate in reflecting current debates in painting and its changing aesthetic values...

... George Kazazis' paintings display a concern for pattern, decoration and design. His fusion of abstraction and figuration and his flat, graphic, seemingly impersonal and highly polished style draws on a variety of sources from popular culture such as magazines and advertising. Kazazis thus alludes to the seductive nature of media generated imagery while at the same time he negates any ideas of 'personal' expression and painterly 'gesture'...

2000 /  Elvis Has Left the Building




Els Hanappe, Κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης "Elvis Has Left the Building"

(Απόσπασμα)

...Τα ζωγραφικά έργα του Γιώργου Καζάζη παραπέμπουν άμεσα στη διαδικασία εξιδανίκευσης των διαφημίσεων και σε εκείνον τον αιθέριο χαρακτήρα τους όπου το αντικείμενο γίνεται η αφορμή για μια εικόνα που αποπνέει καταναλωτισμό και πολυτέλεια και αντικατοπτρίζει το σύγχρονο πάθος με τις ανεξάντλητες μόδες, την υπερβολική προβολή και την καινοτομία. Η προσέγγισή του είναι φορμαλιστική και δείχνει να εξυμνεί μάλλον παρά να καταδικάζει αυτόν τον καινοφανή ηδονισμό. Επεμβαίνει μέσω υπολογιστή στις εικόνες πολυτελών αγαθών ή gadgets, γεμίζοντας όλες τις επίπεδες επιφάνειες με έντονα ή απαλά χρώματα έτσι ώστε κάθε επιφάνεια να αποκτά ένα δικό της χαρακτήρα και να λειτουργεί ως δομικό στοιχείο της σύνθεσης. Το περίγραμμα της αρχικής εικόνας διατηρείται ανέπαφο, αλλά η τελική εικόνα έχει υποστεί αφαίρεση...

︎

Κατερίνα Γρέγου, D-I-Y Φτιάχτο Μόνο σου, Κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης "Elvis Has Left the Building" (Project Space)

Κατά τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια η ελληνική καλλιτεχνική σκηνή έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Η καλλιτεχνική πρακτική έχει γίνει λιγότερο εσωστρεφής και εθνοκεντρική, πιο ανοιχτή στις διεθνείς ανταλλαγές. Παράλληλα με την εμφάνιση νέων εκθεσιακών χώρων που παρουσιάζουν τη δουλειά των νέων καλλιτεχνών, η παγκοσμιοποίηση, η πληροφορική και η πρόσβαση σε νέα μέσα στάθηκαν καθοριστικοί παράγοντες για την αλλαγή του καλλιτεχνικού τοπίου.

Εμφανίστηκε μια νέα γενιά της οποίας το έργο σηματοδοτεί μια ρήξη με την παράδοση και τις κυρίαρχες ιεραρχήσεις της ιστορίας της τέχνης και αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες αλλαγές στη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε αυτή τη γενιά ανήκουν οι καλλιτέχνες της έκθεσης Elvis Has Left The Building. Γεννημένοι στα τέλη της δεκαετίας του 60 ή τις αρχές της δεκαετίας του 70, αποκτούν όλο και μεγαλύτερη επίγνωση της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής και της σχέσης τους με αυτήν. Αν και το έργο τους είναι βιωματικό αντλώντας στοιχεία από τον τρόπο ζωής στην πόλη σε ένα αστικό περιβάλλον πολύ συγκεκριμένο - χαοτικό και υβριδικό, παρουσιάζει ταυτόχρονα μια συνείδηση των σημαντικών παγκόσμιων θεμάτων. Εκτός από την αμφισβήτηση των κατεστημένων καλλιτεχνικών κατηγοριών της ζωγραφικής και της γλυπτικής, οι καλλιτέχνες της έκθεσης ενδιαφέρονται επίσης για την πολιτική της δημιουργίας εικόνων και της αναπαράστασης, ενώ αντλούν στοιχεία και από άλλους τομείς όπως ο κινηματογράφος, η διαφήμιση, η μουσική, η αρχιτεκτονική και η μόδα. Επίσης μπορεί κανείς να παρατηρήσει το ενδιαφέρον τους για τη σχέση της τέχνης με τις κοινωνικές εκφάνσεις της καθημερινότητας και την ενεργό τους ενασχόληση με τον πραγματικό κόσμο. Σαν αποτέλεσμα φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν τα έργα τους λιγότερο ως προϊόντα και περισσότερο ως εργαλεία επικοινωνίας και μέσα πυροδότησης διαλόγου. Οι περισσότεροι περιφρονούν τη βαρύγδουπη έννοια του 'Αριστουργήματος' χάριν πιο αθόρυβων, πιο σεμνών χειρονομιών και πιο διακριτικών στρατηγικών. Παρ' όλη όμως την ύπαρξη αυτής της αναγεννημένης και αναπτυσσόμενης καλλιτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα, από πλευράς εκθέσεων και οργανωμένων δομών για την προώθηση της σύγχρονης τέχνης η κατάσταση παραμένει προβληματική: η κρατική υποστήριξη προς τις σύγχρονες εικαστικές τέχνες είναι ελάχιστη, ενώ απουσιάζει τελείως μια κυβερνητική πολιτική σχετικά με αυτές, η επαφή με το διεθνή χώρο είναι περιορισμένη, οι σοβαροί συλλέκτες σύγχρονης τέχνης είναι λίγοι και ο κριτικός διάλογος είναι σχεδόν ανύπαρκτος, καθώς δεν υπάρχουν εξειδικευμένα περιοδικά τέχνης. Η όποια δραστηριότητα οφείλεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα και στην επιμονή μιας ομάδας αφοσιωμένων ανθρώπων. Κατά συνέπεια, οι ευκαιρίες για τους νέους καλλιτέχνες είναι περιορισμένες, με τις ιδιωτικές γκαλερί να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην παρουσίαση της "νέας" τέχνης. Παρόλο που οι γκαλερί παραμένουν οι κατ' εξοχήν χώροι όπου διατυπώνονται οι κριτικές και αισθητικές ιδέες και διαμορφώνεται η αξία των έργων, φαίνεται να υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα εκτός γκαλερί και εκτός των παραδοσιακών δομών του κόσμου της τέχνης. Η σταδιακή σύσταση ομάδων συνεργασίας καλλιτεχνών παρέχουν εναλλακτικές λύσεις και ευκαιρίες στους νεότερους. Πρόσφατα είδαμε να οργανώνονται εκθέσεις σε διάφορους χώρους, όπως από έναν πρώην οίκο ανοχής μέχρι βιτρίνες καταστημάτων και ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα, αποτελούν σημαντικές απόπειρες από την πλευρά των καλλιτεχνών να συνδιαλεχθούν με τον πραγματικό κόσμο.

Έχοντας αποδεχτεί τους περιορισμούς ή την αποκλειστικότητα των γκαλερί τύπου λευκού κύβου (white cube) καθώς και το ότι οι υπάρχοντες θεσμοί δεν παρέχουν τα απαραίτητα μέσα υποστήριξης της νεότερης γενιάς, και εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά τους για τις περιορισμένες ευκαιρίες να εκθέσουν, οι καλλιτέχνες έχουν αρχίσει να υιοθετούν μια πιο ενεργή στάση προκειμένου να βρουν εναλλακτικούς τρόπους παρουσίασης της δουλειάς τους. Και ενώ σε άλλα μέρη του κόσμου δεν είναι ασυνήθιστο να εκθέτουν οι καλλιτέχνες σε "εναλλακτικούς" χώρους - εμπορικά κέντρα, σούπερ μάρκετ, ακόμη και στους δρόμους - στην Ελλάδα μόλις τώρα αρχίζουν να αναπτύσσονται αυτού του είδους οι δραστηριότητες. Παρόλο που η κριτική προς τους θεσμούς και οι πρακτικές post-studio της δεκαετίας του 70 δεν υπήρξαν προεξάρχουσες δυνάμεις στην καλλιτεχνική διαλεκτική της χώρας μας, διαφαίνεται τώρα μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση της σημασίας που έχουν οι ανεξάρτητες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες και μια αναγνώριση της ανάγκης δημιουργίας χώρων από τους ίδιους τους καλλιτέχνες για την παρουσίαση και τη συζήτηση της σύγχρονης τέχνης. Όμως η έκθεση αυτή δεν θα πρέπει να ιδωθεί σαν ιδεαλιστική απάντηση στο σύστημα των εμπορικών γκαλερί, αλλά είναι μια οργανωμένη προσπάθεια να διατυπωθούν και να ακουστούν ιδέες - μια ανταπόκριση στην ανάγκη για τη δημιουργία εναλλακτικών διεξόδων για τις νέες μορφές τέχνης και τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες, που τονίζει την ιδέα της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας και της ατομικότητας στην οποία στοχεύουν οι εκθέσεις αυτού του είδους. Ένα σπίτι, πάντως, είναι από πολλές απόψεις ιδανικός χώρος για να δει κανείς έργα τέχνης, καθώς η οικεία και ανεπίσημη ατμόσφαιρα προσελκύει τον θεατή και διευκολύνει τη δημιουργία αμφίδρομων σχέσεων.
Η έκθεση γίνεται στο περιβάλλον ενός ιδιωτικού διαμερίσματος και δεν υπήρξε απόπειρα απομίμησης του χώρου μιας γκαλερί ή εκμετάλλευσης των συνειρμών που προκαλεί ο οικιακός χώρος. Η επιλογή του χώρου δεν συνιστά κριτική κατά της ιδρυματοποίησης των εκθεσιακών χώρων, το διαμέρισμα αντιμετωπίζεται απλώς σαν ένα φόντο ή ένας ουδέτερος χώρος - μια εναλλακτική επιλογή χώρου παρουσίασης ανάμεσα σε πολλές άλλες. Ούτε αποτελεί η επιλογή αυτή απόπειρα πρόκλησης ή αντίδρασης κατά των καθιερωμένων χώρων, αν και αψηφά εξ ορισμού την ισχύ των επαγγελματιών του καλλιτεχνικού κόσμου. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι, όπως σωστά επισημαίνει ο Bruce Ferguson, οι εκτός κατεστημένων θεσμών δραστηριότητες των καλλιτεχνών έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βρίσκονται «πιο κοντά σε νέες μεθόδους, νέες μορφές και - όλο και πιο συχνά - σε νέες προσεγγίσεις που συνδυάζουν διαφορετικούς κλάδους».
Σε χώρες με προβληματική υποδομή όσον αφορά τη σύγχρονη κουλτούρα, αυτές οι ανεξάρτητες προσπάθειες και εκδηλώσεις γίνονται πιο σημαντικές, προκειμένου να επιβιώσουν και να ανθήσουν η πολυφωνία και ο πλουραλισμός - τα ζωτικά δείγματα πολιτιστικής υγείας. Αυτό που επίσης καταδείχνουν τέτοια εγχειρήματα είναι ότι πέρα από τη φροντίδα για τη σύλληψη και την υλοποίηση των έργων τους, οι καλλιτέχνες αρχίζουν να ενδιαφέρονται ενεργά και για τον σχεδιασμό της παρουσίασής τους.

Η έκθεση έρχεται σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η συνεργασία, οι ανταλλαγές και η μετακίνηση μεταξύ των διαφόρων πολιτιστικών τομέων γίνονται βασικά στοιχεία της στρατηγικής των καλλιτεχνών και των επιμελητών. Συνεπώς η 'Elvis' δεν είναι τόσο μια θεματική έκθεση όσο ένα "φιλικό στον χρήστη" κέντρο συνάθροισης και ανταλλαγών μεταξύ του καλλιτέχνη, του θεατή και του έργου. Έτσι, οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν δεν μοιράζονται κάποιον θεματικό άξονα της έκθεσης, παρόλα αυτά, δείχνουν ένα κοινό ενδιαφέρον για τη λαϊκή και την καταναλωτική κουλτούρα και τις στρατηγικές οικειοποίησης, παρουσίασης και επέμβασης, ενώ ταυτόχρονα δείχνουν γενικά μια αδιαφορία όσον αφορά την αφήγηση. Αυτά που έχουν σημασία εδώ είναι η πρόθεση, η χειρονομία, η διάδοση και ο διάλογος, ανεξάρτητα από το όραμα του καλλιτέχνη. Η έκθεση 'Elvis' μπορεί να συνοψιστεί, για να δανειστώ τα λόγια του Mark Beasley, ως μια «do-it-yourself ουτοπία σε μικρή κλίμακα.

Els Hanappe, Text for catalogue of the exhibition "Elvis Has Left the Building"

(Extract)

...George Kazazis' paintings directly refer to the sleekness of advertisements and their ethereal quality wherein the object becomes an excuse for a depiction that breathes excessive consumerism and luxury, reflecting the current obsession with neverending trends, hype, and novelty. His approach is formalistic, celebrating rather than decrying this newfound hedonism. He manipulates pictures of gadgets or high life items through the computer by filling in all possible flat surfaces with bright or toned colours, so that each surface takes on a character of its own, acting as a building block within the composition. The outlines of the original picture are kept unchanged but the overall meaning is abstracted...

︎

Katerina Gregos, D-I-Y Do-It-Yourself, Text for catalogue of the exhibition "Elvis Has Left the Building" (Project Space)

During the course of the last ten years approximately, the Greek art scene has undergone significant changes. Artistic practice has become less insular and ethnocentric, and more open to international exchange. In addition to the opening of new gallery spaces that showcase the work of young artists, glottalization, the information technologies, and access to new media have all been instrumental in changing the artistic landscape.

A new generation of artists has emerged whose work has signaled a break with tradition and dominant art historical hierarchies, and reflects current changes in the nature of art production. The artists in this show belong to this generation. Born in the late 60s and early 70s, they are increasingly aware of the international scene and their relationship to it. Though their work is rooted in local experience and the reality of living in a very specific if chaotic and hybrid urban environment, it demonstrates also an awareness of major global issues. Apart from their concern for often challenging given artistic hierarchies such as 'painting' and 'sculpture', the artists in Elvis Has Left the Building are also concerned with the politics of image-making and representation, as well as being engaged with other creative fields such as film, advertising, music, new media, graphic design, architecture and fashion. In addition, one can observe their concern for the relation of art to the social aspects of everyday reality, and active engagement with the real world. As a result, they seem to approach their works less as commodities and more as tools of communication and objects of discourse. Many of them share a disdain for the overbearing idea of the 'Masterpiece', in favor of quieter, more modest gestures and lower-key strategies. However, despite the existence of this growing and newly revitalized art scene in Greece, the situation in terms of exhibition venues and organized structures for the exhibition of contemporary art continues to remain problematic; public support for the contemporary visual arts is scant and there is a complete lack of any governmental visual arts policy; international contact points are difficult to create, serious collectors of contemporary art are few, and critical discourse is almost non-existent as there are no specialist art periodicals or journals. Most activity is instigated by the private sector and the persistence of a handful of committed individuals. As a result, opportunities for young artists are few, with private galleries being the predominant platform for showcasing young art. While these continue to be the primary sites from which critical and aesthetic ideas and economic imperatives are articulated, there seems to be an ever-growing interest in artistic manifestations that occur outside the gallery space and traditional art world structures. The gradual formation of artists' collaborative groups are providing alternative options and opportunities for younger artists. Recent shows have been held in spaces as diverse as a former brothel to shop front windows; whatever the final result, they have been significant efforts on the part of artists to break out into the real world.

Acknowledging the limitations or exclusivity of the white cube and the failure of existing institutions to provide the necessary tools for support for the younger generation, as well as expressing dissatisfaction with the limited options available for exhibition opportunities, artists have begun to adopt a more entrepreneurial style in order to find alternative ways of showing their work. Though in other parts of the world it has not been uncommon for artists to show in 'alternative' spaces such as shopping malls, supermarkets, and even the street, actions such as these are only recently beginning to gain momentum in this country; and while institutional critique and the post-studio practices of the 70s have not been dominant forces in artistic discourse in this country, there seems to be a growing awareness of the importance of independent artistic initiative as well as an acknowledgment of the need for artist's instigated sites for the exhibition and discussion of contemporary art. This show, however, should not be seen as an idealized alternative to the economic system of the commercial gallery, but as an organized effort to articulate ideas and be heard, as a response to the need for a creation of alternative outlets for new art forms or artistic activities. As such, it accentuates the idea of autonomy, independence and individualism which this kind of show aims to articulate. The home, however, is in many ways an ideal location for the viewing of art as its accessible atmosphere and informality beckons the viewer and makes it well suited to provoke mutual interrelationships.

Though the exhibition takes place in the surroundings of a private apartment, there has been no desire to simulate the gallery space, or to exploit the associations of the domestic space; nor is the choice of space part of a deliberate attempt to conduct a critique on the institutionalization of art spaces. Instead, this site is treated more as a backdrop or neutral space, an alternative site of display among many possible alternatives. Neither is the choice of this specific space an attempt to fight or challenge the existing mainstream spaces even if, by default, it somewhat deflects the power of art world professionals. More importantly, however, as Bruce Ferguson has correctly pointed out, the activities of artists outside accepted institutions have a greater chance of being "closer to new methodologies, new forms and, increasingly, new interdisciplinary approaches". In countries with problematic contemporary cultural infrastructures, such independently instigated endeavors and events are increasingly important, if vital signs of cultural health such as polyphony and pluralism are to survive and flourish. Moreover, what enterprises such as this demonstrate is, that apart from being concerned with the creation and production of their works, artists are beginning to take an active interest in conceptualizing the presentation of the works themselves.

This exhibition comes at a time when collaboration, exchange and movement between various disciplines are becoming key elements of artistic and curatorial strategies. As a result, Elvis? is less a thematic show and more a user-friendly forum for exchange between the artist, the viewer and the work. Hence, the artists in it are not tied together by some unifying curatorial concept, though they seem to share a common interest in popular and consumer culture, strategies of appropriation, presentation and intervention, and demonstrate an overall indifference for narration. What matters here is intent, gesture, dissemination, and dialogue, regardless of artistic vision. To borrow the words of Mark Beasley, Elvis can be neatly summed as a "do-it-yourself utopia on a small scale".


GEORGE KAZAZIS / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΖΑΖΗΣ / COPYRIGHT 1984-2018 / LAST UPDATE JUN 2018